Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Το μίσος του Έλληνα για τον Έλληνα

Γιατί δεν μπορούμε να διαχειριστούμε τη μικρή, ευλογημένη μας χώρα και πτωχεύουμε, εξευτελιζόμαστε και τρωγόμαστε μεταξύ μας ανώφελα κι επώδυνα; Ο Θοδωρής Γεωργακόπουλος απαντάει.

Από τον Θοδωρή Γεωργακόπουλο

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Nitro – www.georgakopoulos.org)


Το ερώτημα είναι το εξής: Πώς καταντήσαμε έτσι; Γιατί φτάσαμε στο χείλος του γκρεμού, κρεμασμένοι, αιωρούμενοι, με ένα, ένα τα δαχτυλάκια να γλιστράνε και την πτώση να μοιάζει αναπόφευκτη, θέμα χρόνου; Ναι, φταίνε οι σπατάλες και οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι συνδικαλιστές και οι πολιτικοί και η ανικανότητά μας στα θέματα τα οικονομικά και η διαφθορά κι όλα αυτά αλλά δεν μπορεί, πρέπει να υπάρχει και κάποια βαθύτερη αιτία, κάτι στο DNA μας, κάποιο θεμελιώδες πρόβλημα που μας έχει φέρει σ’ αυτή την κατάσταση. Δεν είμαστε ηλίθιοι. Δεν είμαστε χειρότεροι από τους άλλους. Οπότε, γιατί εμείς δεν μπορούμε να διαχειριστούμε τη μικρή, ευλογημένη μας χώρα και πτωχεύουμε και εξευτελιζόμαστε και τρωγόμαστε μεταξύ μας ανώφελα κι επώδυνα, και οι άλλοι όχι; Κάτι πρέπει να φταίει.

Έπειτα από μήνες σκέψης, γραψίματος και κουβέντας, νομίζω ότι έχω καταλάβει τι φταίει: Είναι το μίσος. Η θεωρία που εισηγούμαι είναι η εξής: Οι Έλληνες μισιούνται μεταξύ τους. Δεν είναι φτιαγμένοι να ζουν με άλλους Έλληνες. Δε θέλουν. Δε γουστάρουν. Σαν ομώνυμοι μαγνητικοί πόλοι, απωθούνται. Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους κι ύστερα (ίσως και προηγουμένως – δηλαδή σχεδόν σίγουρα και προηγουμένως), ποτέ δε συγκρότησαν μια συμπαγή κοινωνία ανθρώπων που ζουν μαζί και υπακούν στους ίδιους κανόνες, με στόχο τη συλλογική εξέλιξη και την πρόοδο. Η «ελληνική κοινωνία» δεν είναι μια συμπαγής οντότητα – ποτέ δεν ήταν.

Είμαστε άτομα που ζουν στον ίδιο χώρο, όχι συμπολίτες ή σύντροφοι. Γι’ αυτό βλέπεις τους συναδέλφους σου, όπου κι αν είσαι, που δεν μπορούν να πουν μια καλή κουβέντα ο ένας για τον άλλον, τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ που αλληλομισιούνται, το ΠΑΜΕ που παρελαύνει χώρια και τον κραυγαλέο εγωισμό κάθε πολίτη ξεχωριστά που αναγνωρίζει ως συμφέρον του μόνο το αυστηρά προσωπικό. Είναι ενδιαφέρον το πώς εκφράζεται αυτό το μίσος στις καθημερινές σχέσεις. Ο Αμερικανός δημοσιογράφος Μάικλ Λιούις, στο άρθρο που είχε γράψει για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου στο περιοδικό Vanity Fair, είχε αποκαλέσει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η ελληνική κοινωνία «ηθική κατάρρευση». Η άποψή του δεν απέχει πολύ από την αλήθεια.

Aν παρατηρούσαμε τις συμπεριφορές και τις απόψεις των Ελλήνων όπως εκφράζονται σε δημόσια ή ιδιωτικά forums, θα βγάζαμε εύκολα το συμπέρασμα – και ακόμα πιο εύκολα τώρα που οι καιροί είναι πιο δύσκολοι και τα νεύρα τεντωμένα: Οτιδήποτε κι αν γίνει, με οτιδήποτε κι αν ασχοληθεί, για πρώτο του καταφύγιο ο Έλληνας έχει την γκρίνια, το κράξιμο, την αντίδραση και τη χολή. Από την επίθεση ευαισθητοποιημένων τραμπούκων στο νομπελίστα Τζέιμς Γουότσον στην Πάτρα μέχρι τη λοιδορία προς τους Atenistas, κι από την επίθεση ακροδεξιών μέσω Facebook στον Πέτρο Τατσόπουλο για το 1821 μέχρι την επίθεση αριστερών σε όποιον τόλμησε να αμφισβητήσει το δόγμα του Debtocracy, τα παραδείγματα είναι άφθονα και είναι καθημερινά. Πουθενά διάλογος, παντού επιθέσεις. Οτιδήποτε συμβαίνει και γίνεται αντικείμενο κουβέντας προσελκύει χολή και μίσος, όχι απόψεις και γνώμες.

Ταυτιζόμαστε μόνο με τον αρνητισμό, την καταγγελία, την καταστροφολογία και την οργή. Δεν είναι ταξικό το θέμα, ούτε έχει να κάνει με το μορφωτικό επίπεδο: Το ελληνικό μίσος υπάρχει παντού, μεταδίδεται σε όλους σαν ιός και συσσωρεύεται μέσα μας σαν ραδιενέργεια. Και καταλήγουμε κανένας να μη σέβεται τον άλλο σε κανένα επίπεδο (προσωπικό, επαγγελματικό) κι ο κάθε Έλληνας ξεχωριστά – καθώς είναι έτσι μεγαλωμένος από τη μαμά του– να πιστεύει ακράδαντα ότι κατέχει την απόλυτη αλήθεια. Ίσως γι’ αυτό εμείς οι Έλληνες μιλάμε όλοι ταυτόχρονα: Μας είναι εντελώς αδύνατο να ακούσουμε οποιαδήποτε φωνή εκτός από τη δική μας. Είμαστε ένας λαός γεμάτος τρολ. Και η έκφραση του μίσους μας προς αλλήλους δεν είναι μόνο ενεργητική, δεν έρχεται στην επιφάνεια μόνο κάθε φορά που γίνεται κάτι και σπεύδουμε να κράξουμε, να καταγγείλουμε ή να βρίσουμε -είναι και παθητική.

Η ανοχή μας προς οτιδήποτε κακό συμβαίνει ενάντια στο κοινωνικό σύνολο δείχνει την περιφρόνησή μας προς το κοινωνικό σύνολο. Αν κάποιος επιτεθεί σε εμάς ή σε αυτό που πιστεύουμε, γινόμαστε Έλληνες (πώς λέμε «γινόμαστε Τούρκοι;» – αλλά χειρότερο). Αν κάποιος επιτεθεί όμως σε περιουσίες ή αθώους ανθρώπους ή το κράτος, ανασηκώνουμε τους ώμους και κάνουμε «τσκ τσκ» και «κοίτα να δεις, ρε παιδί μου», και μετά το ξεχνάμε, αδιαφορούμε, το αφήνουμε να επαναλαμβάνεται στο διηνεκές για δεκαετίες, γιατί στην πραγματικότητα μισούμε και τους άλλους ανθρώπους και μισούμε και το κράτος, και δε μας νοιάζει τι ζημιά τους προκαλούν οι διαρκείς επιθέσεις. Θεωρούμε ότι η κοινωνία μας δεν είναι κάτι αρκετά σημαντικό για να την υπερασπίσουμε. Ότι δεν αξίζει τον κόπο. Όπως καταλαβαίνεις, αυτή η διάγνωση είναι πάρα πολύ ανησυχητική. Έχουμε πρόβλημα. Και το πρόβλημα που έχουμε είναι βαθύ και περίπλοκο.

Δεν αρκεί να κάνουμε όλοι μαζί anger management για να μας φύγει. Γιατί δεν είναι ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε σε μια κοινωνία: Έλληνες που πάνε στο εξωτερικό (όχι όλοι, αλλά πολλοί) μια χαρά προσαρμόζονται στις ανάγκες και υπακούν σε κανόνες και νόμους θεσπισμένους από ξένους, τους οποίους ακολουθούν στην αρχή από κόμπλεξ κατωτερότητας, αργότερα επειδή καταλαβαίνουν πώς λειτουργεί σωστά μια κοινωνία και, εντέλει, γίνονται σιγά, σιγά λιγουλάκι ξένοι. Με τους άλλους Έλληνες υπάρχει το πρόβλημα. Απ’ ό,τι φαίνεται μπορούμε να ζήσουμε μαζί με άλλους ανθρώπους, φτάνει να μην είναι Έλληνες. Και μ’ αυτά και μ’ αυτά έχουμε φτάσει ως χώρα και ως σύνολο μεμονωμένων ατόμων που μισιούνται σε στάδιο τελικό, σε κατάσταση ακραία -είμαστε λίγο πριν από το τέλος κι απλώς δεν μπορούμε να διανοηθούμε τι είναι αυτό το «τέλος», τι σημαίνει, πώς θα είναι.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι από τα Τάρταρα στα οποία είμαστε χωμένοι δε θα μπορέσουμε να βγούμε μόνο με οικονομική ανάπτυξη, καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων ή ό,τι άλλο ζητάει η Τρόικα, χρειάζεται κάτι πολύ πιο σημαντικό, βαθύ και πρωτογενές για να μπορέσουμε με κάποιον τρόπο να ορθοποδήσουμε και να γίνουμε κάποτε κι εμείς μια κοινωνία ανθρώπων. Χρειάζεται και λίγη αγάπη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου